Δώσε μια ευκαιρία στο χιόνι!

Δώσε μια ευκαιρία στο χιόνι!

γιατί τρελαίνονται όλοι με τα πολύχρωμα φωτάκια; Μικρές λάμπες είναι που δεν χρησιμεύουν και σε τίποτα. Γιατί ενθουσιάζονται με τα πολύχρωμα στολίδια, και τι περίεργο να φέρνεις μέσα στο σπίτι σου δέντρο, και να το στολίζεις κιόλας να δείχνει όμορφο; Το δέντρο από μόνο του είναι όμορφο και η θέση του είναι εκεί έξω όχι στη μέση του σαλονιού να σκοντάφτεις κάθε τρεις και λίγο. Και τα δώρα; Χαμός! Παιχνίδια, σε εντυπωσιακά περιτυλίγματα, καινούρια ρούχα που θα μας κάνουν να φαινόμαστε ακόμα πιο όμορφοι, tablets και smartphones για όλους. Και τα τραπέζια πάλι; Που όλοι μαζευόμαστε ντυμένοι με επίσημα ρούχα για ένα ριμαδοφαγητό; Τελικά τι είναι τα Χριστούγεννα; Μια γιορτή της ομορφιάς»;

Γράφει η Δήμητρα Ριζοπούλου
Γράφει η Δήμητρα Ριζοπούλου

Στην Άννα δεν άρεσαν καθόλου τα Χριστούγεννα και αυτό φαινόταν στη συμπεριφορά της. Είχε γίνει στρυφνή και σε όλα έλεγε «ΟΧΙ». Είχε κατανοήσει πλήρως τον λόγο του εορτασμού με την γέννηση του Χριστού και όλα τα παρεπόμενα αλλά δεν της έλεγαν και πολλά. Αυτά αναλογιζόταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της την Παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι να την πάρει ο ύπνος.

Την επόμενη μέρα, ξύπνησε από τις φωνές του μεγάλου αδερφού της που ούρλιαζε τρέχοντας στο σπίτι : «Επιτέλους!!! Χιόνισε!!! Βγαίνωωω!» Η Άννα γούρλωσε τα μάτια και κρύος ιδρώτας διαπέρασε την σπονδυλική της στήλη. Αυτό που φοβόταν πάντα έγινε!

Ήταν 9 χρονών και ποτέ στα τόσα χρόνια ζωής της δεν είχε χιονίσει στην πόλη της. Στο μυαλό της το χιόνι ήταν κάτι σοβαρό και επικίνδυνο, οι δρόμοι θα γλιστρούσαν και το χιόνι θα κάλυπτε όλες τις λακκούβες και τα εξογκώματα στο δρόμο με αποτέλεσμα σίγουρα να σκοντάψει και να τραυματιστεί. Κάνοντας όλες αυτές τις ανατριχιαστικές σκέψεις το στομάχι της δέθηκε κόμπος. Την σκέψη της διέκοψε η μητέρα της που μπήκε στο δωμάτιο ενθουσιασμένη.

«Άννα έλα, πρέπει να βγεις οπωσδήποτε, να δεις το χιόνι»

«Αποκλείεται, δεν πρόκειται να πατήσω το πόδι μου έξω μέχρι να λιώσει και η τελευταία νιφάδα»

promomarilenaΗ σιγουριά στη φωνή της ανησύχησε την μητέρα της και αποφάσισε να βάλει τα μεγάλα μέσα. Πέντε λεπτά αργότερα στο δωμάτιο μπαίνει ο μπαμπάς της, και η μεγάλη αδυναμία της Άννας.

«Σε παρακαλώ ψυχή μου, δώσε μια ευκαιρία στο χιόνι. Είναι αφράτο και απαλό. Είμαι σίγουρος ότι θα ξετρελαθείς. Έλα, πάμε στο κτήμα μας που δεν θα είναι κανένας να παίξεις και να το ευχαριστηθείς.»

Δεν άργησε να την πείσει και μέσα σε μισή ώρα η Άννα, με τα πιο χοντρά της ρούχα, είχε φτάσει στο κτήμα με τον πατέρα και τον αδερφό της. Μόλις πάτησε το πόδι της έξω ένιωσε το κρύο τσουχτερό και της αίσθηση του χιονιού στα πόδια της περίεργη. «Άντε Άννα, θα δεις ότι είναι σαν να περπατάς στα σύννεφα»

Άρχισε να κάνει τα πρώτα βήματα πολύ διστακτικά αλλά πραγματικά το χιόνι ήταν πολύ αφράτο αλλά και σταθερό, οπότε επιτάχυνε το βήμα της και Τσούπ! Έπεσε. Τρόμαξε κάπως αλλά δεν την πείραξε, το χιόνι ήταν τόσο απαλό που χαμογέλασε.

«Έλα να φτιάξουμε έναν χιονάνθρωπο Άννα» είπε εκστασιασμένος ο αδερφός της.

Η μικρή έπιασε λίγο χιόνι στα χέρια της και άρχισε να το πλάθει, έφτιαξε κάθε λογής σχήματα και μετά άρχισε να βοηθάει τον αδερφό της για να φτιάξουν τον ωραιότερο χιονάνθρωπο της πόλης. Μια ώρα αργότερα ούτε το κρύο της φαινόταν τσουχτερό , ούτε την ενοχλούσε που καμιά φορά έπεφτε κάτω.

Όταν οι δυνάμεις τους τούς εγκατέλειψαν πια, γύρισαν στο σπίτι. Η μητέρα ήταν ανήσυχη, η Άννα το κατάλαβε από τη φωνή της.

«Πώς περάσατε Άννα»;

«Πολύ ωραία», είπε. Και ο πατέρας από πίσω ύψωσε τον αντίχειρα κρυφά στη μητέρα και χαμογέλασε. Η Άννα φυσικά και το κατάλαβε μα δεν είπε τίποτα.

promoNANTIA«Το σπίτι μυρίζει βανίλια μαμά. Έφτιαξες γλυκά»;

«Ναι γλυκά και ζεστή σοκολάτα. Να σου βάλω μια κούπα»;

«Ναι».

Τελικά τα Χριστούγεννα μ’ αρέσουν, σκέφτηκε η Άννα. Δεν είναι η γιορτή της ομορφιάς. Είναι η γιορτή που δένεσαι με την οικογένεια σου, είναι ένα απόγευμα τόσο διασκεδαστικό που τα πόδια σου σε εγκαταλείπουν, είναι ένα σπίτι που μυρίζει βανίλια, είναι η αγάπη που σκεπάζει όλη την πόλη σαν το χιόνι. Απλώς έπρεπε να τους δώσω μια ευκαιρία.

«Αυτή η μέρα από εδώ και πέρα θα είναι η αγαπημένη μου» είπε ευχαριστημένη η Άννα. Οι γονείς της χαμογέλασαν, κοιτάχτηκαν και η μητέρα της σίγουρα θα δάκρυσε. Όλα τα καταλαβαίνει η Άννα και ας μην τους το λέει, δεν την συμφέρει.

Άφησε το λευκό της μπαστούνι στον τοίχο, πήρε την κούπα της και κάθισε να απολαύσει τη σοκολάτα της δίπλα στο τζάκι.






Σχολιάστε

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.