Περί ιδεολογικής «καθαρότητας» και συνεπούς στάσης – Του Βαγγέλη Διαμαντόπουλου

Περί ιδεολογικής «καθαρότητας» και συνεπούς στάσης – Του Βαγγέλη Διαμαντόπουλου

Βαγγέλης Διαμαντόπουλος

Τις τελευταίες εβδομάδες, έπειτα από την κατάθεση του τρίτου μνημονίου προς ψήφιση στη Βουλή και την καταψήφιση του από μερίδα βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, άρχισε, εκ του πονηρού, μια αφήγηση που ερμήνευε την συγκεκριμένη στάση ως μια κίνηση προσωπικής διάσωσης, επιμονής στην καθαρότητα των ιδεών, ανατροφοδότησης και συντήρησης αυταπατών.

 Είναι άραγε η συνέπεια λόγων και έργων «καθαρότητα» ιδεών και συντηρητική αυταπάτη ή μήπως είναι μια στάση – προαπαιτούμενο για την εδραίωση σχέσης εμπιστοσύνης με τον λαό έτσι ώστε να εγκαινιαστεί μια άλλη διαλεκτική σχέση μαζί του; Μπορεί άραγε η αριστερά να αποδεχτεί την πολιτική ως μια «υψηλή τέχνη» ακατανόητη στις πλατιές λαϊκές μάζες, δικαιολογώντας με αυτό τον τρόπο την ασυνέπεια λόγων και έργων;

Έχουμε συνηθίσει, λοιπόν, να αποτελεί κανόνα οποιαδήποτε ακατανόητη «οβιδιακή» μεταστροφή ή μετάλλαξη στην στάση και τις θέσεις ενός συλλογικού υποκειμένου, να δικαιολογείται προς τον λαό βάσει μιας κατάσταση έκτακτης ανάγκης στην οποία έχει περιέλθει, αφήνοντας πίσω – με ελαφρά τη καρδία – πρόταιρες και εκ διαμέτρου αντίθετες δεσμεύσεις, στάσεις και απόψεις, απαιτώντας αποδοχή, υπονοώντας ουσιαστικά πως πρόκειται για τακτικές κινήσεις που έχει «εφεύρει» μια πεφωτισμένη πολιτική ηγεσία, οι οποίες δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές από τον μέσο πολίτη των υποτελών τάξεων. Δεν είναι καθόλου τυχαίο και επιβεβαιώνει τον παραπάνω ισχυρισμό μου, πως ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας πριν να ανακαλύψει το T.I.N.A (There Is No Alternative) επέμενε πως θα πρωτοτυπήσει και «θα κάνει όσα είχε δεσμευτεί προεκλογικά».

Η παραπάνω «αριστοκρατική» αντίληψη περί της πολιτικής ως «υψηλή τέχνη» καλλιεργήθηκε από τις αστικές δυνάμεις, ώστε να εμβαθυνθεί η ανάθεση και να ενισχυθεί η διαμεσολάβηση από μια εξαρτώμενη και καθοδηγούμενη από την οικονομική ολιγαρχία, πολιτική ελίτ. Θεωρώ, λοιπόν, απαράδεκτο για οποιοδήποτε κομμάτι της αριστεράς να αποδέχεται και να υποστηρίζει στην πραγματικότητα, την αστική αντίληψη πως η πολιτική αποτελεί μια «υψηλή τέχνη» η οποία παραμένει ακατανόητη στις πλατιές λαϊκές μάζες και απαιτείται να γίνεται αποδεκτή από αυτές. Έτσι, λοιπόν, για να σπάσει η ανάθεση, να χειραφετηθούν οι λαϊκές μάζες – για τα συμφέροντα των οποίων παλεύει η αριστερά – και να έρθουν στο προσκήνιο για να αυτοδιαχειριστούν τα μέσα παραγωγής και τους φυσικούς πόρους, πρέπει να εμφυσήσουμε μια άλλη σχέση πολίτη – πολιτικής, αναβαπτίζοντας τον πολίτη στην (άμεσο)δημοκρατική «κολυμβήθρα» του συμμέτοχου – κυρίαρχου στα κοινά.

Ένα πρώτο βήμα έγινε με το δημοψήφισμα, παρά το γεγονός ότι η ερμηνεία του αποτελέσματος από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε καθαρή μεταστροφή του και μάλλον το κατέστησε αναξιόπιστο στα μάτια των πολιτών. Πάρα αυτή την μεγάλη αντίφαση το δημοψήφισμα άφησε το ίχνος του βαθιά στην πολιτική ιστορία του τόπου. Μπορεί να αποτελέσει παρακαταθήκη για τους νέους ταξικούς και αντιμνημονιακούς αγώνες που θα αναπτυχθούν, στον βαθμό που η εκπροσώπηση τους μπορεί να στεριώσει μέσα από νέα συλλογικά υποκείμενα γειωμένα στην Ελληνική κοινωνία.

Η νέα σχέση μεταξύ πολίτη και πολιτικής μπορεί  να επιτευχθεί μόνο με την εκλαΐκευση της πολιτικής ως τρόπο διαχείρισης των καθημερινών υποθέσεων σε άμεση συνάρτηση με την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών. Από τα παραπάνω πιστεύω προκύπτει ξεκάθαρα πως η ταξική συνειδητοποίηση, η εμβάθυνση της δημοκρατίας μέσα από την πραγματική συμμετοχή και το σπάσιμο της ανάθεσης που αποτελούν προϋποθέσεις για την δημιουργία μιας κοινωνίας που μπορεί να λειτουργήσει σοσιαλιστικά, δεν επιτυγχάνεται με τακτικισμούς, ευφυολογήματα, διαστροφή της πραγματικότητας αλλά με ειλικρίνεια, συνέπεια και αμοιβαία εμπιστοσύνη…

 

* Ο Βαγγέλης Διαμαντόπουλος είναι βουλευτής Καστοριάς
m.tvxs.gr






Σχολιάστε

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.