Μωβ

Μωβ

Της Αναστασίας Γεωργίου

Μια φορά και έναν καιρό στο βασίλειο της Ενχάτσια ζούσε ο βασιλιάς Ρολάνδος και η βασίλισσα Μιράντα με τα μικρά τους παιδιά τον Τζέιμς την Άμπερ και την Σοφια.
-Καλημέρα πριγκίπισσα Σοφία.
-Καλημέρα μαμά.
-Πως κοιμήθηκες;
-Καλά.
-Ωραία ντύσου γρήγορα για να κατεβούμε για  πρωινό.
-Εντάξει.
-Τι φόρεμα θέλεις να βάλεις;
-Το μοβ μου.
-Μα έχεις πολλά μοβ.
-Ναι έχεις δίκιο. Αλλά θα βάλω αυτό εδώ.
-Ωραία.
Ντλίν, ντλίν το καμπανάκι, ώρα για πρωινό. Αχ λέει ο βασιλιάς ωραία μέρα για ξεκούραση. Βασιλιά Ρολάνδε, βασιλιά Ρολάνδε κοιτάξτε πόσα  έχετε να κάνετε σήμερα του λέει ο Μπέλιγουιθ και ξεδιπλώνει ένα χαρτί που έμοιαζε με χαλί.
– Αχ Μπέλιγουιθ δεν μπορώ να τα κάνω αυτά.
– Μα πρέπει! Του είπε και έφυγε.
Η Σοφία αποφάσισε σήμερα να βοηθήσει τον μπαμπά της. Έκανε την λίστα για την τούρτα με βατόμουρο (που θα κεραστεί στο χορό σήμερα), διάλεξε τον  ζογκλέρ και εγκαινίασε το νέο σχολείο.
Μόλις τελείωσαν πήγαν στο κάστρο και είδαν την βασίλισσα να κρεμάει έναν μοβ καθρέφτη που τον βρήκε στη σοφίτα.
– Αγάπη μου γιατί τον κρεμάς;
– Γιατί είναι παράξενος και θα είναι πολύ ωραίος για τον χορό των χορικών σήμερα.
– Καλά.
Η βασίλισσα έφυγε και έμεινε ο βασιλιάς μόνος με την Σοφία.
Εκείνη την στιγμή ευχήθηκε να ήταν φούρναρης και πήγε για ύπνο. Η Σοφία είδε τον καθρέφτη να λαμπιρίζει .Δεν έδωσε σημασία και έφυγε. Το άλλο πρωί ξυπνώντας η Σοφία είδε να κοιμάται σε ξύλινο κρεβάτι. Μετά από λίγο ξύπνησε η αδελφή της και ο αδελφός της. Πήγαν να ξυπνήσουν την μαμά και τον μπαμπά. Έβαλαν ότι ρούχα είχε στην ντουλάπα και κατευθύνθηκαν κάτω. Βρισκόταν μέσα σε φούρνο!!!! Ξαφνιάστηκαν!!! Είδικά όταν χτύπησε η πόρτα.
– Καλημέρα, μία φρατζόλα ψωμί.
– Και γιατί έρχεστε σ’ εμένα;
– Γιατί είσαι ο φούρναρης.
– Αστειεύεσαι, είμαι ο Βασιλιάς.
– Εσύ ο βασιλιάς;
– Ναι.
Η Σοφία έφερε την φρατζόλα. Ο κύριος πλήρωσε και έφυγε.
– Γεια σας.
– Γεια σας.
Μα τι έγινε; Ρωτάει η μαμά μόλις έφυγε ο κύριος. Δεν ξέρω λέει ο Βασιλιάς. Εγώ ξέρω είπε η Σοφία. Ο μπαμπάς χθες ευχήθηκε μπροστά στον καθρέφτη να ήταν φούρναρης. Αυτό ακριβώς έκανα είπε ο βασιλιάς. Μα τι θέλετε να μου πείτε τώρα, ότι ο καθρέφτης είναι μαγικός; Ναι λένε όλοι μαζί.
Τοκ τοκ χτυπάει η πόρτα.
– Μα, ποιος είναι;
– Ο βασιλικός υπήκοος.
– Γεια σου Μπέλιγουιθ τον υποδέχτηκε με μια χαρά ο βασιλιάς.
– Γεια σου φούρναρη.
– Τι θα ήθελες;
– Μια τούρτα βατόμουρο με 100 στρώσεις.
– Ωραία! Θα σου την φέρουμε στο κάστρο είπε η Σοφία.
– Γεια σου Μπέλιγουιθ.
– Γεια σας.
Ο βασιλιάς, η βασίλισσα και τα παιδιά έπιασαν δουλειά. Τελείωσαν την τούρτα, την πήγαν στο βασίλειο. Εκεί ο βασιλιάς ξανά ζήτησε να γίνει βασιλιάς μπροστά στον καθρέφτη. Αμέσως μεταμορφώθηκε από φούρναρης σε βασιλιά. Το βράδυ, το κάστρο ήταν στολισμένο με μοβ χρώματα. Όλοι οι χωρικοί πήγαν στον χορό. Ήταν όλα μοβ, η τούρτα, ο φωτισμός, ο ζογκλέρ, η διακόσμηση…
Και έτσι λοιπόν όλοι ευχαριστήθηκα τον χορό και πέρασαν μια μοβ παραδεισένια βραδιά με μοβ φόντο!




Leave a Reply

Your email address will not be published.