Μαύρο

Μαύρο

Της Βιβής Αντωνίου 

Στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου παίζει ένα τραγούδι  με τη φωνή του αγαπημένου της τραγουδιστή
«Μια μάνα που ‘χε ένα γιο, μα ήταν λωλοπαρμένη
δεν είχε την υπομονή για να το αναθρέψει
και στην ποδιά της το ‘βαλε, πάει να το ρεματίσει
Στο δρόμο που επήγαινε, στη στράτα που πηγαίνει
μια πέρδικα της άπαντα, μια πέρδικα της λέγει:
– Μωρή σκύλα, μωρή άνομη, μωρή μαριολεμένη
εγώ έχω δεκαοχτώ πουλιά, πάσχω να τ’ αναθρέψω»
Η Νατάσσα  ετών τριάντα έξι αναρωτιέται πραγματικά ποιο αόρατο χέρι έβαλε αυτό το τραγούδι να παίζει πρωί πρωί. Τη σκέψη της όμως διακόπτει η φωνή του συζύγου, της Πέτρου που μόλις είχε γίνει σαράντα.
– Αχ, Νατασσούλα μου βλέπεις όλοι είναι με το μέρος μας, ακόμα και ο ραδιοφωνικός σταθμός.
– Έχω μεγάλη αγωνία, δεν θέλω να διαλέξω, πώς να αποφασίσω, πώς να δώσω μόνο σε ένα παιδί την ευκαιρία να το μαλώνω για μια ζωή;
Ο Πέτρος χαμογέλασε. Πάντοτε του άρεσε αυτό το χαρακτηριστικό της  Νατασσούλας του. Το πόσο εύκολα μπορούσε να κάνει μια μαύρη και βαριά ατμόσφαιρα χαρούμενη. Θυμάται ακόμα εκείνη την ημέρα πριν από δυο χρόνια, όταν ο γιατρός τους ανακοίνωσε ότι η Νατάσσα του έχει σκλήρυνση κατά πλάκας και ότι η περίπτωση της ήταν τέτοια που καλό θα ήταν να μην έμενε έγκυος. Τα λόγια της βρίσκονται μέσα σε μια μικρή γωνίτσα στο κεφάλι του, πήγαν και στρογγυλοκάθισαν και μάλλον βολεύτηκαν γιατί δεν λεν να φύγουν. «Τόσα μωρά φέρνει ο πελαργός γιατρέ που ξέρετε μπορεί να φέρει ένα έτοιμο και σε εμάς».
-Είμαι σίγουρός ότι θα τη βρεις την άκρη Νατασσούλα κάτι θα σκεφτεί το μυαλουδάκι σου.
Μα το μυαλουδάκι της Νατάσσας δεν προλαβαίνει να σκεφτεί γιατί ο Πέτρος έχει ήδη παρκάρει έξω από το κέντρο βρεφών  «Η μητέρα». Κατέβηκε πρώτος και τη βοήθησε να πιαστεί στο  μαύρο και άχαρο μπαστούνι της.
Δεν κατάλαβαν πώς έφτασαν  στο γραφείο της Διευθύντριας. Είμαι σίγουρη ότι αν κάποιος τους ρωτήσει πώς ήταν οι εγκαταστάσεις του «μητέρα» δεν θα ξέρουν ν’ απαντήσουν. Δεν ήταν τα μάτια τους που τους οδήγησαν στο γραφείο αλλά η   επιθυμία τους για ένα παιδί. Έχουν τόση αγάπη μέσα τους γιατί να τη μοιράζονται μόνοι τους. Όχι, αυτό δεν το δεχόντουσαν. Η διευθύντρια μπήκε στο γραφείο μετά από λίγα λεπτά
-Ο κύριος και η κυρία Αγαπητού;
-Μάλιστα, απάντησαν γρήγορα γρήγορα αφού βαθιά μέσα τους φοβόντουσαν ακόμη μήπως κάτι πάει στραβά.
-Η αίτηση σας έγινε δεκτή σήμερα θα μπορέσετε να διαλέξετε ένα παιδί. Πριν από αυτό όμως θέλω να ξέρετε ότι είστε το πρώτο ζευγάρι με θέματα υγείας που καταφέρνει να υιοθετήσει ένα παιδί.
-Είμαστε οι πρώτοι ; ρωτάει η Νατάσσα.
-Μάλιστα, μέχρι σήμερα αν ένας από τους δυο γονείς δεν ήταν υγιής η αίτηση ακυρωνόταν άμεσα.
Ο Πέτρος δεν μπορεί να κρατηθεί και ρωτάει με μια δόση ειρωνείας τη διευθύντρια.
-Και με τα ζευγάρια που αρρώσταιναν αφού υιοθέτησαν ένα παιδί τι γίνεται;
-Τίποτα, εμείς έπρεπε απλά να εξασφαλίσουμε ότι οι γονείς πληρούν τις καλύτερες προϋποθέσεις τη στιγμή της υιοθεσίας.
Την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα ήρθε να διώξει το αστειάκι της Νατάσσας.
-Αχ, Πέτρο μου ακόμα αναρωτιέμαι πώς έγινες δικηγόρος, πάντως για πολιτικός μην το επιχειρήσεις. Τα πράγματα θα αλλάξουν από εδώ και πέρα. Δεν είναι ευθύνη της διευθύντριας άλλωστε. Τη δουλειά της κάνει.
-Ας γυρίσουμε στα δικά σας αγόρι θέλετε ή κορίτσι;
Η Νατάσσα απάντησε ένα ξερό «δεν ξέρω». Το ίδιο ξερό «δεν ξέρω» απάντησε και στην ερώτηση της διευθύντρια για το αν θέλουν ένα μελαχρινό ή ένα ξανθό παιδί. Η κ. Ευτυχία κατάλαβε ότι οι ερωτήσεις της δεν είχαν λόγο ύπαρξης.
-Θα σας δώσω λίγο χρόνο, είπε και πήγε να φύγει από το γραφείο. Τότε ακούστηκε η φωνή της Νατάσσας, μια φωνή γεμάτη χαρά και ηρεμία
-Όχι, δεν χρειάζεται. Ξέρουμε τι θέλουμε. Θέλουμε να υιοθετήσουμε το παιδί που το αγαπημένο του χρώμα είναι το μαύρο.
– Είδες αγάπη μου που τη βρήκες την άκρη , μπράβο Νατάσσα μου καταπληκτική η ιδέα σου. Πρόσθεσε ο Πέτρος που είχε καταλάβει τη σκέφτηκε η Νατάσσα του.
Η διευθύντρια σάστισε μετά από λίγα δευτερόλεπτα φώναξε τη γραμματέα της.
-Μερόπη, να πάτε να ρωτήσετε τα παιδιά ποιο είναι το αγαπημένο τους χρώμα και να μου τα φέρεις γραπτά σε παρακαλώ.
-Μάλιστα κυρία Ευτυχία.
Είχαν περάσει δεκαπέντε ολόκληρα λεπτά όταν η Μερόπη μπήκε τρέχοντας στο γραφείο κρατώντας περήφανη τη λίστα που της είχε ζητήσει η διευθύντρια της.
-Κυρία Ευτυχία η λίστα που μου ζητήσατε.
Η κ. Ευτυχία διαβάζει προσεκτικά τη λίστα και κοιτώντας τη Νατάσσα είπε.
-Κυρία Αγαπητού ομολογώ ότι ο τρόπος σας με εξέπληξε αλλά ήταν άκρως αποτελεσματικός. Υπάρχει ένα μόνο παιδί που το αγαπημένο του χρώμα είναι το μαύρο. Επιτρέψτε μου όμως να σας κρατήσω λίγο ακόμα σε αγωνία.
-Μερόπη έλα μαζί μου έχουμε δουλειά.
Οι δυο γυναίκες βγήκαν από το γραφείο. Όταν επέστρεψαν η Μερόπη κρατούσε μια βαλίτσα και η κυρία Ευτυχία ένα κοριτσάκι.
Η Νατάσσα σηκώθηκε, έσκυψε δίπλα στο κοντούλικο κοριτσάκι με τα αγορέ μαλλιά και το ρώτησε.
-Πώς σε λένε;
-Χαρά με λένε. Σήμερα έχω γενέθλια γίνομαι εφτά.
-Ποιο είναι το αγαπημένο σου χρώμα Χαρά μου;
-Το μαύρο κυρία γιατί η ζωή είναι μαύρη όταν δεν έχεις κάποιον να σε αγαπά.
-Χαρά μου από εδώ και πέρα θα έχεις άλλο αγαπημένο χρώμα γιατί θα έχεις εμάς να σ’ αγαπάμε. Θα αλλάξουμε και οι δυο αγαπημένο χρώμα.
Η Χαρά έσκασε ένα μεγάλο και λαμπερό χαμόγελο και στους δυο.
-Δηλαδή θα έχω μαμά και μπαμπά;
Η Νατάσσα και Πέτρος φεύγουν κρατώντας από το χέρι την κόρη τους Χαρά.
-Μαμά μήπως μπορούμε να βάψουμε χρωματιστό και το μπαστούνι σου; Δεν θέλουμε άλλωστε τίποτα μαύρο ε;




Σχολιάστε

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.