Εξωδικαστικός μηχανισμός: 3 έως 7 μήνες για τη ρύθμιση οφειλών

Εξωδικαστικός μηχανισμός: 3 έως 7 μήνες για τη ρύθμιση οφειλών

Τρεις έως επτά μήνες είναι το χρονικό διάστημα που θα απαιτείται για την ολοκλήρωση μιας αίτησης όσον αφορά την εξωδικαστική ρύθμιση οφειλών.

Αυτό προβλέπει η διαδικασία του εξωδικαστικού μηχανισμού, που ξεδιπλώνεται σε περίπου 19 ενέργειες και στάδια, αρχής γενομένης από την υποβολή της αίτησης στην ιστοσελίδα που έχει δημιουργήσει η Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους.

Κυρίαρχη έννοια στη διαδικασία του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών είναι η βιωσιμότητα. Κύριος στόχος είναι η διάσωση μόνο των βιώσιμων επιχειρήσεων, δηλαδή εκείνων που έχουν την ικανότητα να συνεχίσουν την επιχειρηματική τους δραστηριότητα στην αγορά και να επιτύχουν λειτουργική κερδοφορία στο μέλλον.

Επομένως, η διαδικασία του εξωδικαστικού μηχανισμού δεν απευθύνεται σε επιχειρήσεις που δεν είναι βιώσιμες από οικονομική άποψη. Τα κριτήρια επιλεξιμότητας παρέχουν μιαν αρχική ένδειξη για τη βιωσιμότητα της επιχείρησης και είναι αυτά που ανάβουν το «πράσινο φως» για την υποβολή της αίτησης.

Η επιλεξιμότητα διασφαλίζεται: α) αν ο οφειλέτης σε μία τουλάχιστον από τις τελευταίες τρεις χρήσεις πριν από την υποβολή της αίτησης έχει θετικά αποτελέσματα προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων ή θετική καθαρή θέση σε περίπτωση που τηρεί διπλογραφικό λογιστικό σύστημα και β) αν ο οφειλέτης σε μία τουλάχιστον από τις τελευταίες τρεις χρήσεις πριν από την υποβολή της αίτησης έχει θετικό καθαρό αποτέλεσμα προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων, σε περίπτωση που τηρεί απλογραφικό λογιστικό σύστημα.

Ακόμα και αν συντρέχουν τα συγκεκριμένα κριτήρια, η βιωσιμότητά της προϋποθέτει επεξεργασία και ανάλυση πολλών μελλοντικών οικονομικών στοιχείων και παραμέτρων. Κρίσιμη είναι διαπίστωση της βιωσιμότητας από εμπειρογνώμονα, που είναι υποχρεωτική για τις μεγάλες επιχειρήσεις και προαιρετική για τις μικρές, εφόσον υποβάλλεται αίτημα πιστωτών του 1/3 των απαιτήσεων που συμμετέχουν στη διαδικασία.

Η τελική απόφαση ως προς τη βιωσιμότητα του οφειλέτη βασίζεται στην πλειοψηφία των συμμετεχόντων πιστωτών. Για την αξιολόγηση της βιωσιμότητας της επιχείρησης και την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με την ελκυστικότητα της αναδιάρθρωσης προς τους πιστωτές της εκπονείται ολοκληρωμένο χρηματοοικονομικό μοντέλο προβλέψεων των οικονομικών μεγεθών της επιχείρησης για τουλάχιστον 3 έτη.

Ως «ικανότητα αποπληρωμής» θεωρείται το ποσό που μπορεί να αποπληρώσουν ο οφειλέτης και οι συνοφειλέτες, έναντι των οφειλών τους προς όλους τους πιστωτές (ρυθμιζόμενων και μη), εντός του συμφωνηθέντος χρονικού διαστήματος, βάσει της σύμβασης αναδιάρθρωσης, η οποία για το Δημόσιο ανέρχεται σε μέχρι 120 μηνιαίες δόσεις.

Η «ικανότητα αποπληρωμής» υπολογίζεται για νομικά πρόσωπα βάσει των προβλεπόμενων Ελευθέρων Ταμειακών Ροών (ΕΤΡ), εφόσον υπάρχει διαθέσιμη μελέτη βιωσιμότητας ή των κερδών προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων (ΕBITDA) της πιο κερδοφόρας χρήσης της τελευταίας τριετίας, πριν από την υποβολή της αίτησης του οφειλέτη, αφού ληφθούν υπ’ όψιν η υποχρέωση αποπληρωμής φόρων, η ανάγκη για πραγματοποίηση επενδύσεων απαραίτητων για τη συνέχιση λειτουργίας της επιχείρησης, καταθέσεις-μη λειτουργικά πάγια, καθώς και ελάχιστο αναγκαίο ποσό για τη συνέχιση λειτουργίας της επιχείρησης.

Οπως ισχύει σε αντίστοιχες εξυγιαντικές διαδικασίες, στην εξωδικαστική ρύθμιση οφειλών ισχύει η αρχή της απαγόρευσης της χειροτέρευσης της θέσης του δανειστή, που δεν επιτρέπεται να βρεθεί σε χειρότερη θέση αυτής στην οποία θα βρισκόταν αν γινόταν αναγκαστική εκτέλεση. Για να υπολογιστεί η «αξία ρευστοποίησης» των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης, πρέπει αρχικά να εκτιμηθεί η εμπορική αξία τους, που σε μία υποθετική διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης θα λαμβανόταν ως βάση για την τιμή πρώτης προσφοράς σε πλειστηριασμό και από αυτήν να αφαιρεθούν τα έξοδα που θα συνεπαγόταν η αναγκαστική εκποίησή τους.

Τυποποιημένες ρυθμίσεις για οφειλές στο Δημόσιο έως 20.000 ευρώ

Τυποποιημένες ρυθμίσεις αποπληρωμής προβλέπονται, προς το παρόν, για τις οφειλές έως 20.000 ευρώ προς το Δημόσιο, το οποίο στην περίπτωση αυτή συμμετέχει υποχρεωτικά στη διαδικασία. Συγκεκριμένα, προβλέπεται: α) αποπληρωμή σε 36 μηνιαίες δόσεις κατ’ ανώτατο όριο, με ελάχιστη δόση 50 ευρώ, χωρίς δυνατότητα διαγραφής κανενός ποσού για βασικές οφειλές έως 3.000 ευρώ και β) για βασικές οφειλές άνω των 3.000 ευρώ αποπληρωμή σε 120 μηνιαίες δόσεις κατ’ ανώτατο όριο, με ελάχιστη δόση 50 ευρώ, χωρίς δυνατότητα διαγραφής βασικής οφειλής.

Να σημειωθεί ότι σε εκκρεμότητα είναι η έκδοση υπουργικής απόφασης, μέσω της οποίας αναμένεται να προβλεφθούν αντίστοιχες ρυθμίσεις και για οφειλές από 20.000 έως 50.000 ευρώ.

Εξαιρώντας την αδυναμία διαγραφής κύριας οφειλής που έχει προκύψει από τη μη απόδοση παρακρατούμενων οφειλών για φορείς κοινωνικής ασφάλισης, για τις υπόλοιπες οφειλές η διαπραγμάτευση είναι ελεύθερη ως προς τον τρόπο και τον χρόνο αποπληρωμής των οφειλών, υπό την αίρεση πάντα της μη χειροτέρευσης της οικονομικής θέσης των πιστωτών από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.

Σημειώνεται ότι από το συμφωνηθέν ποσό διανομής προαφαιρούνται, εφόσον δεν υπάρχει δυνατότητα αποπληρωμής τους, α) το σύνολο των τόκων υπερημερίας των πιστωτών του ιδιωτικού τομέα, β) ποσοστό 95% των απαιτήσεων του Δημοσίου από πρόστιμα που έχουν επιβληθεί από τη φορολογική διοίκηση και γ) ποσοστό 85% των απαιτήσεων του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης από προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής.

Από την πλευρά του οφειλέτη, η υποβολή της αίτησης προϋποθέτει τη συμπλήρωση από τον ενδιαφερόμενο όλων των στοιχείων που αφορούν στην περιουσιακή του κατάσταση.

Πρόκειται, ουσιαστικά, για μίνι εφαρμογή του περιουσιολογίου με τα πλήρη στοιχεία της επιχείρησης, κατάλογο όλων των πιστωτών της με τα πλήρη στοιχεία τους, την πρόταση της επιχείρησης για τον τρόπο ρύθμισης των οφειλών της, τα οικονομικά στοιχεία των τριών και πέντε τελευταίων ετών, κατάλογο των περιουσιακών στοιχείων, πλήρη περιγραφή των βαρών και λοιπών εξασφαλίσεων, πλήρη στοιχεία κάθε συνοφειλέτη, δήλωση για κάθε μεταβίβαση, στοιχεία κάθε συνδεδεμένου νομικού προσώπου, κατάλογο αμειβόμενων προσώπων, την αξία των ακινήτων και, τέλος, τα απαραίτητα πιστοποιητικά.

Στην πλατφόρμα θα καταγράφονται αναλυτικά όχι μόνον οι οφειλές της επιχείρησης αλλά και όλα τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, όπως οι καταθέσεις, τα επενδυτικά προϊόντα, τα ακίνητα τόσο του ίδιου όσο και κάθε συνδεδεμένου προσώπου, με δυνατότητα ελέγχου και όλων των εμβασμάτων που έχει κάνει τα τελευταία πέντε χρόνια, ώστε να διαπιστωθεί αν έχει καταθέσεις σε τράπεζες του εξωτερικού.

90,2 δισ. παλιό χρέος

Στα 90,2 δισ. ευρώ ανέρχεται το παλιό ληξιπρόθεσμο χρέος προς την εφορία. Από αυτό, τα 38,8 δισ. ευρώ είναι το χρέος των νομικών προσώπων και τα 29,3 δισ. ευρώ το χρέος των φυσικών προσώπων. Σε αυτό προστίθεται 8,9 χρέος από επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, ενώ με 12,9 δισ. ευρώ έχουν χρεώσει το Δημόσιο επιχειρήσεις που πτώχευσαν.

Ανεπίδεκτο είσπραξης

Το μεγαλύτερο μέρος του χρέους θεωρείται ανεπίδεκτο είσπραξης. Αυτό που έχει πιθανότητες να εισπραχθεί περιορίζεται στα 11 δισ. ευρώ και αποτελεί μόλις το 12% του συνολικού ληξιπρόθεσμου χρέους. Μία από τις βασικές αιτίες είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος αποτελεί παλιό χρέος και μάλιστα ένα σημαντικό μέρος προέρχεται από το πολύ μακρινό παρελθόν!

5,5 δισ. νέο χρέος

Το 37% του χρέους, δηλαδή περί τα 34,3 δισ. ευρώ, δημιουργήθηκε πριν από την κρίση και συγκεκριμένα έως και το 2010. Ενα επίσης σημαντικό ποσοστό που φθάνει το 52%, περί τα 48 δισ. ευρώ, έχει δημιουργηθεί μεταξύ 2010 και 2015. Το νέο ληξιπρόθεσμο χρέος προς την εφορία, δηλαδή αυτό που δημιουργήθηκε τον τελευταίο χρόνο, ανέρχεται στα 5,5 δισ. ευρώ.

Πηγή: kathimerini.gr






Σχολιάστε

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.