Β. Διαμαντόπουλος: Οι εκλογές δεν πρέπει να είναι εκλογές των ψευδαισθήσεων

Β. Διαμαντόπουλος: Οι εκλογές δεν πρέπει να είναι εκλογές των ψευδαισθήσεων

«Ο πρωθυπουργός έκανε μια επιλογή μετά από 17 ώρες επίπονης διαπραγμάτευσης αλλά ξέρω πολλούς που δουλεύουν 17 ώρες για να βγάλουν ένα μεροκάματο» σημειώνει ο υποψήφιος της Λαϊκής Ενότητας Βαγγέλης Διαμαντόπουλος ενώ «παραδέχεται» πως «έπρεπε να στηρίξει αποφάσεις που διαφωνούσα με αυτές». Για την αποχώρησή του ξεκαθαρίζει πως «μετά από την συνθηκολόγηση παρά το σαρωτικό «Όχι», ήταν αδύνατον πλέον να βάλουμε πλάτη σε αυτό το εγχείρημα της επτάμηνης διακυβέρνησης η οποία απέτυχε».

Συνέντευξη στον Μάρκο Πετρόπουλο

Ποιο είναι το διακύβευμα των εκλογών;
Ζούμε την πιο ωμή κατάσταση των τελευταίων πέντε μνημονιακών ετών. Κι αυτό γιατί τους προηγούμενους μήνες αποδείχθηκε πως δεν υπάρχει μέσος δρόμος μέσα σε αυτή την κατάσταση που έχει επιβάλει ο νεοφιλελευθερισμός στην Ευρώπη. Έχει σχηματιστεί ένα τοπίο όσον αφορά τις πολιτικές ομάδες στην Ελλάδα που αποδέχονται πως δεν υπάρχει εναλλακτική λύση. Ο κόσμος θα πρέπει να αποφασίσει αν θα συνταχθεί με αυτό το μπλοκ με τις δήθεν διαφοροποιήσεις αφού όλοι αυτό το πρόγραμμα ακολουθούν. Το διακύβευμα είναι αν επιτέλους σε αυτή τη χώρα θα επιβραβευθεί η συνέπεια.

Το «Όχι» του δημοψηφίσματος πήγε στα σκουπίδια ή στο «ψυγείο» και κάποια στιγμή θα εκτονωθεί;
Ο κόσμος όποτε του ζητηθεί δίνει απαντήσεις είτε στις κάλπες είτε στο δρόμο. Το ζήτημα είναι αν υπάρχει το πολιτικό προσωπικό που μπορεί να τις υπηρετήσει και να τις εκφράσει. Από μόνο του το «Όχι» είχε και έχει μια τεράστια δυναμική. Αυτό που πήγε στα σκουπίδια ήταν η έκφανση και η έκφραση της δημοκρατίας. Ήταν μια καθαρά δημοκρατική επιλογή η οποία πετάχτηκε στα σκουπίδια με ευθύνη του πρωθυπουργού. Εμείς θεωρούμε πως η δυναμική υπάρχει, οι εκβιασμοί που έγιναν από την ολιγαρχία εντός και από την ευρωπαϊκή ελίτ ήταν ξεκάθαρες αλλά δεν πέρασαν, και ο κόσμος ψήφισε για τη δημοκρατία του, την αξιοπρέπειά του. Ψήφισε μη αποδεχόμενος τις πολιτικές λιτότητας, παρ’ όλο που αυτές εφαρμόζονται κατά γράμμα από τον ΣΥΡΙΖΑ με τη σύμφωνη γνώμη της Νέας Δημοκρατίας, του ΠΑΣΟΚ και του Ποταμιού.

Οι δημοσκοπήσεις σας τοποθετούν περί του 5%. Είναι η πραγματική εικόνα;
Η ίδια η πραγματικότητα ανατρέπει τις δημοσκοπήσεις. Το είδαμε άλλωστε και στο δημοψήφισμα. Σήμερα οι δημοσκοπήσεις εμφανίζουν ένα ποσοστό. Ποιοι απαντούν όμως στις δημοσκοπήσεις; Τον άνεργο δεν θα τον βρεις στο σταθερό τηλέφωνο γιατί δεν έχει. Τον κόσμο της εργασίας, τη νεολαία, τους ημιαπασχολούμενος, δεν θα τους βρες στο σπίτι. Τον κόσμο δηλαδή των παραγωγικών δυνάμεων δεν θα τον βρεις. Και αυτός είναι ο κόσμος που στήριξε τον ΣΥΡΙΖΑ, το «Όχι» και που τώρα καλείται να στηρίξει τη συνέπεια και τα πολιτικά προτάγματα της Λαϊκής Ενότητας. Όχι μόνο τώρα στις εκλογές αλλά και στη συνέχεια. Καταλήγω με ένα απλό παράδειγμα. Οι δημοσκόποι ρωτούν ευρώ η δραχμή. Αυτό είναι αληθοφανές. Το ευρώ δεν είναι απλά ένα νόμισμα. Κρύβει από πίσω του όλο το νεοφιλελευθερισμό. Θα είχε ενδιαφέρον αν η ερώτηση ήταν «δημοκρατία ή ευρώ;». Γιατί δημοκρατία στην Ευρωζώνη δεν υπάρχει. Αποδείχθηκε. «Αναδιανομή του πλούτου από τους πλούσιους στους φτωχούς ή ευρώ;», «παραγωγική ανασυγκρότηση με ταξικό πρόσημο ή ευρώ;». Στην Ευρωζώνη αποδείχτηκε ότι δεν γίνεται… Καλούμε τον κόσμο να μας στηρίξει για να στηρίξουμε την αντίσταση του λαού.

Μια άλλη διαπραγματευτική ομάδα με αρχηγό τον Παναγιώτη Λαφαζάνη θα μπορούσε να φέρει κάποιο καλύτερο αποτέλεσμα;
Κατ’ αρχήν θέλω να σημειώσω κάτι. Όταν ένα κόμμα θέλει να λέγεται αριστερό και δη ριζοσπαστικό δεν θα πρέπει οι αποφάσεις να άπτονται του αρχηγού. Πρέπει να έχει όλη αυτή τη συλλογική λειτουργία που δεν είδαμε στον ΣΥΡΙΖΑ με ευθύνη της ηγετικής ομάδας. Βάζαμε θέματα επί τάπητος και δεν παίρναμε απάντηση. Ο κ. Τσίπρας χειραγώγησε τα συλλογικά  όργανα σύμφωνα με τις επιθυμίες του. Τώρα, όταν δεν υπάρχει εναλλακτικό σχέδιο η διαπραγμάτευση είναι δύσκολη. Και ήταν δύσκολη. Ο πρωθυπουργός έκανε μια επιλογή μετά από 17 ώρες επίπονης διαπραγμάτευσης αλλά ξέρω πολλούς που δουλεύουν 17 ώρες για να βγάλουν ένα μεροκάματο… Και ναι, είμαι σίγουρος πως με τον Παναγιώτη Λαφαζάνη δεν θα είχαμε φτάσει σε αυτό το σημείο. Αν ο κ. Τσίπρας έλεγε όχι, γύριζε πίσω και εξηγούσε με ποιους τα βάζει, έπαιρνε σκληρές αποφάσεις όπως π.χ. κρατικοποίηση των τραπεζών ο κόσμος θα αντιλαμβανόταν πως οι θυσίες που κάνει πιάνουν τόπο και θα τον στήριζαν.

Μπορεί να ανατραπεί η κακή οικονομική κατάσταση της Καστοριάς;
Μια οικονομία τοπική δεν μπορεί να μην συνδέεται με την γενικότερη οικονομική κατάσταση της χώρας. Τις στρεβλώσεις του καπιταλιστικού μοντέλου και την παγκόσμια ύφεση την έχουμε ζήσει πικρά στην Καστοριά. Τρανή απόδειξη η Ρωσία και οι επιπτώσεις της διεθνούς πολιτικής στη γούνα. Από την άλλη δεν μπορούμε να πούμε ότι καθόμαστε παθητικοί απέναντι σε όλα αυτά ή ότι δεν υπάρχουν τα εργαλεία. Έχουμε τον πρωτογενή τομέα, τους αγρότες και τους κτηνοτρόφους. Εκεί λοιπόν υπάρχει το συνεταιρίζεσθαι. Πρέπει να ενώσουν τις δυνάμεις τους με στόχο να μειώσουν το κόστος τους και να διεκδικήσουν την υπεραξία του προϊόντος τους. Ένας άλλος τομέας που παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον λόγω της μοναδικότητάς του είναι η γουνοποιία. Εκεί δυστυχώς οι περισσότεροι παράγοντες είναι πολλαπλής μεταβλητότητας. Δεν εξαρτώνται από την κρατική πολιτική αλλά από τις αγορές. Το κράτος όμως οφείλει να δημιουργήσει ένα σταθερό και δίκαιο φορολογικό καθεστώς. Ένα άλλο ζητούμενο είναι ο τουρισμός που θα πληγεί περαιτέρω από το τρίτο μνημόνιο. Και εκεί όμως υπάρχουν περιθώρια ανάπτυξης. Η σύνδεση με τον αγροτουρισμό, η αξιοποίηση του πολιτισμού, η ανάδειξη του ορεινού όγκου μπορεί να δώσει ανάσες. Δεν είναι καινούρια αυτά που λέω. Όμως, ποτέ, και δυστυχώς ούτε με τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν δημιουργήθηκε ένα πρόγραμμα μαζί με τους εμπλεκόμενος.

Υπάρχει ελπίδα;
Την ελπίδα πρέπει να τη διαμορφώνει ο κόσμος. Με τους αγώνες και τις επιλογές του. Ο κόσμος είναι μουδιασμένος. Παρ’ όλα αυτά αυτές οι εκλογές δεν πρέπει να είναι εκλογές των ψευδαισθήσεων. Δεν υπάρχει μέσος δρόμος. Δεν υπάρχει καλύτερη διαχείριση των μνημονίων και φυσικά δεν θα αλλάξουν οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές στην Ευρώπη. Ίσα ίσα βαθαίνουν και παγιώνονται. Ο λαός θα πρέπει να επιλέξει είτε να δώσει ένα μεγάλο ποσοστό στην Λαϊκή Ενότητα για να δώσει τις μάχες εντός και εκτός βουλής, είτε να επιλέξει ότι δεν υπάρχει εναλλακτική. Ότι θα ζει χωρίς δημοκρατία, στην έρημο των μνημονίων, με ένα μεγάλο μνημονιακό συνασπισμό που θα βάλει όλες του τις δυνάμεις από την προπαγάνδα των ΜΜΕ και τις ρίζες του στον κρατικό μηχανισμό ώστε να εδραιωθεί αυτή η πολιτική. Να γίνουμε ο λευκός Κινέζος, να γίνουμε και τυπικά η αποικία της Βόρειας Ευρώπης όπου ο λαός μας δεν θα χρειάζεται επιστημονικά καταρτισμένο  προσωπικό. Θα χρειάζεται απλά να έχει κολίγους, χωρίς εργασιακές σχέσεις. Η Λαϊκή Ενότητα προχωράει με συνέπεια και τη μεγάλη δυναμική του «Όχι» του δημοψηφίσματος με απώτερο στόχο να δημιουργήσουμε αυτόν τον πολιτικό οργανισμό που  θα προετοιμάζει την κοινωνία μας για τις επόμενες μάχες. Κι αυτές είναι η χώρα μας μετά την Ευρωζώνη και η σύγκρουση με τη νεοφιλελεύθερη Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν ο λαός επιθυμεί δημοκρατία σε αυτόν εδώ τον τόπο, εθνική κυριαρχία, διαμόρφωση του πολιτικού και οικονομικού προγράμματός του υπέρ των λαϊκών στρωμάτων θα πρέπει να πάρει την απόφαση να στηρίξει τη Λαϊκή Ενότητα.

Θα ήθελα μια αποτύπωση της στάσης σας στις κρίσιμες στιγμές της επτάμηνης διακυβέρνησης. Από την στήριξη στην καταψήφιση του μνημονίου και την αποχώρηση από τον ΣΥΡΙΖΑ.
Επειδή γίνεται έντονη κριτική, τόσο καλοπροαίρετα από τον κόσμο, όσο και εκ του πονηρού και με μια διαστρεβλωτική διάθεση από ορισμένους και από δυνάμεις που είναι κοντά στον ΣΥΡΙΖΑ αυτή τη στιγμή, για το τι λέγαμε πριν, πως φτάσαμε σε αυτό το σημείο, τι ψηφίσαμε σε συγκεκριμένες χρονικές στιγμές, είναι σημαντικό να αναφερθώ σε κάποιος σταθμούς της κοινοβουλευτικής μου πορείας αυτούς τους επτά μήνες. Θέλω να αποκαλυφθεί στον Καστοριανό λαό η προσωπική μου στάση και οι συγκεκριμένες επιλογές μου. Και είναι η πρώτη φορά που το κάνω αυτό, σε εσάς.
Το πρώτο ζήτημα ήταν αυτό της εκλογής προέδρου της δημοκρατίας. Δύο βουλεύτριες απείχαν. Εγώ ψήφισα ναι. Όλες εκείνες τις μέρες, είχε ασκηθεί τεράστια πίεση στο Μαξίμου και τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα, όχι μόνο από την αριστερή πλατφόρμα αλλά και από την τάση των 53, τουλάχιστον να συζητήσουμε, να καταλήξουμε στο πρόσωπο και να μη βγει πριν τη συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας και να ανακοινώσει το όνομα. Δυστυχώς δεν το έκανε. Εγώ πρότεινα τον κ. Γαβρά. Θεωρούσα πως η υποψηφιότητά του συνέδεε τον κόσμο που βρισκόταν στις πλατείες και στήριζε τον Τσίπρα με την κυβέρνηση, ενώ το ευρωπαϊκό του προφίλ θα άνοιγε πόρτες και θα βοηθούσε στη διαπραγμάτευση. Παρ’ όλα αυτά ο Αλέξης Τσίπρας δεν εισάκουσε την πλειοψηφία των βουλευτών, ανακοίνωσε στα ΜΜΕ με την ανοιχτή του ομιλία στην Κοινοβουλευτική Ομάδα τον Προκόπη Παυλόπουλο και ήμασταν αναγκασμένοι είτε να εμφανίσουμε εξ’ αρχής έναν αδύναμο πρωθυπουργό την ώρα που πήγαινε να διαπραγματευτεί σκληρά, είτε να στηρίξουμε την πρόταση. Παρά τη διαφωνία μου, λοιπόν, τον στήριξα.
Το δεύτερο πολιτικό σημείο ήταν η συμφωνία της 20ης Φλεβάρη. Εκεί είχαμε, όπως την είχαν χαρακτηρίσει οι κυβερνητικοί κύκλοι, μια συμφωνία η οποία είχε μια ασάφεια, η οποία έμενε να δούμε αν ήταν θετική ή αρνητική. Κατέληξε, προφανώς,  αρνητική. Παρ’ όλα αυτά δεν είχαμε μια συνθηκολόγηση αλλά άφηνε περιθώρια να δώσουμε μια μάχη. Καταλαβαίναμε ότι η απόλυτη ρήξη θα ήταν προβληματική. Και τότε είχα πει ότι θα την στηρίξω, δεν είχα δει όμως να αποτυπώνει ο πρωθυπουργός και οι υπουργοί της κυβέρνησης το στρατηγικό τους σχέδιο. Έδωσα τη ψήφο μου αλλά είχα αναφέρει πως πρέπει να είναι προσεκτικοί.
Στο επόμενο διάστημα έπρεπε να έχουμε δει κάποια δείγματα γραφής από την κυβέρνηση της Αριστεράς. Δυστυχώς, σε μεγάλο βαθμό, ενώ υπήρχαν θετικά, δεν ενέπνευσε κανένα μας αυτή η κυβέρνηση, πολλώ δε μάλλον τον ελληνικό λαό. Προκλήθηκαν τριβές με συντρόφους και συντρόφισσες σε κάθε τομέα, όπως για παράδειγμα  με τις επιλογές συγκεκριμένων υπουργών. Φτάσαμε λοιπόν στη διαπραγμάτευση το καλοκαίρι και την εντολή που ζήτησε ο Τσίπρας από τη Βουλή να αναλάβει ο κ. Τσακαλώτος τη διαπραγμάτευση στην Ευρώπη. Προφανώς οι 47 σελίδες δεν ήταν κάτι που το θέλαμε αλλά κατανοούσαμε πως είχαμε μια σκληρή κατάσταση που από στιγμή σε στιγμή μπορούσαμε να οδηγηθούμε έξω από την Ευρωζώνη. Και πάλι δεν μπορούσα να αποδυναμώσω αυτή την προσπάθεια. Αν θες την άποψη μου ήμασταν πολύ κοντά σε ένα GREXIT. Έτσι ψήφισα «ναι» για τελευταία όμως φορά.
Τρίτο θέμα είναι το δημοψήφισμα και τα προαπαιτούμενα. Οι περισσότεροι από το κόμμα που είτε δεν εμφανίστηκαν, είτε υπονόμευσαν τη μάχη της 5ης Ιουλίου, είναι αυτή τη στιγμή στο ΣΥΡΙΖΑ. Μετά όμως και από την συνθηκολόγηση παρά το σαρωτικό «Όχι», ήταν αδύνατον πλέον να βάλουμε πλάτη σε αυτό το εγχείρημα της επτάμηνης διακυβέρνησης η οποία απέτυχε να αποδείξει ότι είναι κάτι διαφορετικό. Κατάφερε μόνο να μετατρέψει το «Όχι» του λαού σε «Ναι» καλώντας σε σύμπραξη τους άλλους πολιτικούς αρχηγούς. Προφανώς καταψήφισα τα προαπαιτούμενα, δεν μπορούσα να ανοίξω περισσότερο τον «τάφο» που μπήκε ο κόσμος. Κάναμε αυτό που έπρεπε.

 




Leave a Reply

Your email address will not be published.