Ο πανηγυρικός λόγος του Δημάρχου Άργους Ορεστικού Παναγιώτη Κεπαπτσόγλου για τον εορτασμό της απελευθέρωσης του Δήμου

Ο πανηγυρικός λόγος του Δημάρχου Άργους Ορεστικού Παναγιώτη Κεπαπτσόγλου για τον εορτασμό της απελευθέρωσης του Δήμου

Σεβαστοί Πατέρες, αγαπητοί συμπολίτες και συμπολίτισσες,

σήμερα είναι μια ιστορική μέρα για το δήμο μας, γιατί μετά από μαχητικές διεκδικήσεις ετών (από το 2011) καθιερώθηκε με ΦΕΚ του υπουργείου Εσωτερικών και για το δήμο μας ο εορτασμός της 11ης Νοεμβρίου 1912 ως Δημόσια Εθνική Εορτή. Αυτό σημαίνει ότι παρ’ όλες τις δυσκολίες που συναντήσαμε, πετύχαμε να είμαστε στον κατάλογο των ελληνικών πόλεων που μπορούν να γιορτάζουν την επέτειο της απελευθέρωσής τους με τον

τρόπο που οι ίδιες επιλέγουν. Σημαίνει ότι επιλέξαμε από την ιστορία του τόπου μας να γιορτάζουμε –  παράλληλα με την εθνική επέτειο της 25ης Μαρτίου του 1821  – πανηγυρικά και τη δική μας απελευθέρωση από τον Οθωμανικό ζυγό. Γιατί θέλουμε να ανήκουμε στις κοινωνίες, οι οποίες, παρότι μικρές σε έκταση, χαράσσουμε την ιστορική μας ταυτότητα διαχειριζόμενοι το παρελθόν μας με άποψη, όπως εξάλλου αποδείξαμε όταν επιλέξαμε ως σύμβολο του δήμου μας το αγαλματίδιο του «Σκεπτόμενου» βγαλμένο απ’ τα σπλάχνα της γης της Ορεστίδας. Δεν αρκούμαστε σε ό,τι μας παρέδωσαν, τη σιωπηρή δηλαδή αποδοχή του εορτασμού μόνο στην Καστοριά. Αλλά διεκδικώντας τον χαρακτήρα των επετείων μας το πετύχαμε. Από φέτος και με την επισφράγιση του ίδιου του υπουργείου θα γιορτάζουμε την απελευθέρωση με εκδηλώσεις αντάξιες μιας εθνικής δημόσιας εορτής με την συμμετοχή των πολιτών και των μαθητών μας.

 

Ό,τι σημαίνει η 25η Μαρτίου του ΄21 για τον Ελληνισμό το ίδιο σημαίνει και η 11η Νοεμβρίου του 1912 για εμάς και όχι μόνο, αλλά και για όλη τη Μακεδονία, τη Θράκη, την Ήπειρο, την Κρήτη. Γιατί με τους απελευθερωτικούς Βαλκανικούς πολέμους του 1912-13 αποκτούν επιπλέον και αυτές οι περιοχές την ανεξαρτησία τους από τους Οθωμανούς. Γι’ αυτό προσδίδοντας στην σημερινή μέρα το ίδιο κύρος με την επέτειο της 25ης Μαρτίου τη γιορτάζουμε ως ύμνο, ως θρήνο, και ως λογισμό.

Ύμνος για το εθνικό τόλμημα που είχε ως κατάληξη να ελευθερωθεί η μισή προς βοράν Ελλάδα και να διπλασιαστούν τα σύνορά της.

Θρήνος, αλλά και μνημόσυνο δοξαστικό για τις ανθρώπινες υπάρξεις που η θυσία τους υπήρξε το βαρύ τίμημα της εθνικής ελευθερίας.

Και λογισμός (συλλογισμός) για το πώς επιβίωσε ο λαός μας τα 527 χρόνια υπό Οθωμανική κατοχή, ποιες ζωτικές δυνάμεις του επιστράτευσε όλα αυτά τα χρόνια, πώς χειρίστηκε τις συμμαχίες του με τους άλλους βαλκανικούς λαούς, ποιο ρόλο έπαιξαν οι τότε Μεγάλες Δυνάμεις στους αγώνες του ( πόσο επίκαιρο ακούγεται αυτό!) Λογισμός για το κατά πόσο δικαιώθηκαν οι αγώνες του για την ελευθερία. Και όλοι αυτοί οι συλλογισμοί προκύπτουν και αποκτούν νόημα αν αποδεχτούμε ότι η 11η Νοεμβρίου 1912 οριοθετεί συμβατικά την έναρξη του νεότερου βίου για την περιοχή μας.

Ας θυμίσουμε με συντομία τα γεγονότα λίγο πριν και λίγο μετά τους Βαλκανικούς.

Αρχές του 20ου αιώνα ο Μακεδονικός Αγώνας. Τη σημασία του για τη διαμόρφωση της ταυτότητάς μας είναι περιττό εδώ να την αναλύσουμε. Να πούμε μόνο ότι ο Μακεδονικός Αγώνας λήγει το 1908 με την καθολική επικράτηση των ελληνικών ένοπλων σωμάτων. Με το τέλος του και μετά το κίνημα στο Γουδί το 1909 παγιώθηκε η ακτινοβολία των Ένοπλων Δυνάμεων οι οποίες παρουσιάζονταν πλέον για την Ελλάδα ως εγγυητές της κρατικής τιμής και υπόστασης απέναντι σε έναν πολιτικό κόσμο που κατηγορούνταν για πολλά. Στις αρχές της δεκαετίας του 1910 η χώρα μας είχε κάποιες πραγματικές δυνατότητες διεξαγωγής πολέμου στον ελλαδικό χώρο. Ήταν, φυσικά, αδύνατον να αναμετρηθεί μόνη της με την Οθωμανική αυτοκρατορία, αλλά μπορούσε να προσφέρει ουσιαστικά σε μια ευρύτερη Βαλκανική συμμαχία.

Το 1912 οι παρατεινόμενοι πόλεμοι είχαν κλονίσει τις στρατιωτικές δυνάμεις των Οθωμανών και οι Βαλκανικοί λαοί θεώρησαν ιστορική ευκαιρία να συμμαχήσουν στρατιωτικά εναντίον τους. Η Ελλάδα ξεκίνησε τον πόλεμο αυτό κάτω από ιδιαίτερα ευνοϊκές συγκυρίες, ενώ η Οθωμανική αυτοκρατορία ήταν αναγκασμένη να διασκορπίσει τον στρατό της σε πολλά μέτωπα.

Οι Βαλκανικοί πόλεμοι (1912-13) έγιναν σε δυο φάσεις: Στην πρώτη, όλοι οι Βαλκανικοί λαοί πολέμησαν εναντίον των Τούρκων. Στη δεύτερη, πολέμησαν μεταξύ τους. Οι Βαλκανικοί λαοί διεκδικούσαν την ελευθερία και ανεξαρτησία τους,  γιατί ακόμη ήταν υπόδουλοι. Σε αυτό βέβαια διευκολύνθηκαν από δυο ουσιαστικούς παράγοντες. 1) από το γενικό πολεμικό κλίμα που επικρατούσε στην Ευρώπη και την επιλογή της Τουρκίας να ενταχθεί στο στρατόπεδο των κεντρικών αυτοκρατοριών, οπότε ο χώρος του άλλου στρατοπέδου (Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία) έβλεπαν με συμπάθεια τα εθνικά κινήματα στην περιοχή. 2) Δεύτερος ευνοϊκός παράγοντας για τους Βαλκανικούς λαούς ήταν ότι η Τουρκική πολιτική  σκλήρυνε απέναντι στα υπόδουλα έθνη με το κίνημα των Νεοτούρκων. Ήταν μια επιδείνωση που εκδηλώθηκε με διώξεις, με κλείσιμο σχολείων και άλλες βιαιότητες, πράγμα που έκανε ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη για απελευθέρωση. Τα γεγονότα εξελίχθηκαν με μεγάλη ταχύτητα: Ενώ οι απελευθερωτικές εξεγέρσεις των υπόδουλων Βαλκανικών λαών διαδέχονταν η μια την άλλη, οι κυβερνήσεις Ελλάδας, Σερβίας, Βουλγαρίας έκλεισαν συμμαχίες μεταξύ τους. Στις 17 Οκτωβρίου του 1912 άρχισαν τον πόλεμο εναντίον της Τουρκίας. Ο τουρκικός στρατός αδυνατούσε να δράσει σε πολλά μέτωπα ταυτόχρονα και έτσι η νίκη των τριών συμμάχων ήταν σχετικά εύκολη και σύντομη. Ο ελληνικός στρατός τον Οκτώβρη προέλασε στο Σαραντάπορο, μετά στην Πτολεμαϊδα, Αμύνταιο, Κοζάνη, Γιαννιτσά και στις 26 Οκτωβρίου καταλαμβάνει την Θεσσαλονίκη. Το Νοέμβριο έφτασε στη Φλώρινα, ελευθέρωσε την Καστοριά και την ίδια μέρα την Χρούπιστα, Άργος Ορεστικό.

Μετά την πολιορκία του Μπιζανίου και την κατάληψη των Ιωαννίνων τον Φεβρουάριο του 1913 ο ελληνικός στρατός αποκτά καθολική υπεροχή έναντι των Τούρκων. Ο ελληνικός στόλος κυριαρχεί στο Αιγαίο, ελευθερώνει Χίο, Σάμο, Μυτιλήνη. Ανάλογες ήταν οι επιτυχίες του βουλγαρικού και του σερβικού στρατού.

Με την Συνθήκη του Λονδίνου (Μάης του 1913) όλα τα εδάφη δυτικά από τον Έβρο παραχωρήθηκαν στους νικητές οι οποίοι όμως δεν μπόρεσαν να τα διανείμουν. Η Βουλγαρία ζητούσε την μερίδα του λέοντος από την Μακεδονία. Γι’ αυτό άρχισε πρώτη τον Β’ Βαλκανικό πόλεμο στον οποίο όμως νικήθηκε.

Με την Συνθήκη του Βουκουρεστίου (Αύγουστος 1913) ωφελήθηκαν οι νικητές της Βουλγαρίας που ήταν η Ελλάδα και η Σερβία. Έτσι μέσα στον ενθουσιασμό για τις επιτυχίες των Βαλκανικών πολέμων εντάσσεται και η απελευθέρωση της πόλης και της περιοχής μας από τους Οθωμανούς.

Όλα τα γεγονότα με καθαρά τοπικό ενδιαφέρον για την απελευθέρωση, για τους στρατηγούς, για τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν, για την υποδοχή του ανέμου ελευθερίας από τους κατοίκους θα σας τα εξιστορήσει το απόγευμα ο κεντρικός ομιλητής.

Με την νίκη στους Βαλκανικούς πολέμους η Ελλάδα διπλασίασε τον πληθυσμό και τα εδάφη της. Τα νέα εδάφη πεδινά και αρδευόμενα ευνοούν την γεωργική παραγωγή και η βιομηχανική παραγωγή αυξάνεται για να ικανοποιήσει τις ανάγκες ενός συνεχώς αυξανόμενου πληθυσμού. Και από πολιτική σκοπιά η απελευθέρωση είχε τις εξής επιπτώσεις στην ζωή των κατοίκων: Σε όλες τις περιοχές που αναφέραμε πιο πάνω (Μακεδονία, Θράκη, Ήπειρο, Κρήτη κτλ) οι κάτοικοι για περισσότερο από πέντε αιώνες ήταν υπήκοοι μιας αυτοκρατορίας, της Οθωμανικής με απολυταρχικό πολίτευμα. Τώρα, όμως, γίνονται πολίτες του ελληνικού εθνικού κράτους που λειτουργούσε με βάση τις αξίες του κοινοβουλευτισμού και των ατομικών δικαιωμάτων.

Στην συνέχεια, βέβαια, αυτό που μετρούσε στην καθημερινότητα των πολιτών ήταν ότι για τα επόμενα δέκα χρόνια 1912-22 που η Ελλάδα βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση οι άντρες ήταν στρατευμένοι και η φτώχεια απλωμένη. Και το χειρότερο, μετά την συντριβή του ελληνικού στρατού στην Μικρά Ασία το 1922 συνέβη μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες του ελληνισμού που ήταν το αναγκαστικό ξερίζωμα 1.200.000 Ελλήνων από τις πατρίδες τους στην Μικρά Ασία και τον Πόντο.

Ωστόσο πρέπει να παραδεχτούμε ότι για μια κοινωνία εξουθενωμένη και μια οικονομία κατεστραμμένη από τους παρατεταμένους πολέμους η απορρόφηση των προσφύγων στους κόλπους της  αποτελεί μια εποποιία μοναδική στην ιστορία. Και τότε με αφορμή την εγκατάσταση των προσφύγων συντελέστηκε στην νεότερη Ελλάδα ένα όραμα αιώνων, μια ειρηνική επανάσταση (όπως την χαρακτηρίζει ο Ραϋμόνδος Αλβανός) που ήταν η αγροτική μεταρρύθμιση. Πρόσφυγες αλλά και ντόπιοι, φτωχοί πρώην κολίγοι, ακτήμονες μέχρι τότε απέκτησαν τη δική τους γη, τη δική τους ιδιοκτησία. Το εθνικό κράτος με νομοθεσία κατάσχεσε τα τσιφλίκια, διένειμε τη γη για να δώσει τη δυνατότητα αξιοπρεπούς επιβίωσης σε χιλιάδες ακτήμονες πολίτες του. Αυτό βέβαια σήμανε και την ουσιαστική απελευθέρωση της ζωής τους .

Η Ιστορία έτσι πορεύεται: Βήματα μπρος και βήματα πίσω.

Κι αν στην επικαιρότητα μετριάζεται και πάλι η ανεξαρτησία μας από την σύνθλιψη των κοινωνικών μας δικαιωμάτων, η σημερινή επέτειος μας δείχνει δρόμους:

Να ανατροφοδοτήσουμε τη σκέψη μας από το πρόσφατο και το μακρινότερο παρελθόν, από τους αγώνες των Νεοελλήνων, αλλά και από τη σοφία των αρχαίων.

Πόσο εμψυχώνουν τη συνείδησή μας σαν μήνυμα αίσιο οι στίχοι του Ομήρου: «Αλλά και έτσι ακόμα μάχονταν οι γιοι των Αχαιών οι γενναίοι» και «Οι Αργίτες πώς νικούσαν έδειξαν, κι ενάντια στα γραμμένα». Στον πρώτο μας προτρέπει ότι πρέπει να εμμένουμε στον Αγώνα ακόμη και με δυσμενείς όρους. Στο δεύτερο ότι οι Έλληνες αναδεικνύονται ανώτεροι και απ’ τις προσδοκίες, υπερβαίνοντας και την ίδια τους τη μοίρα. Και τα δυο υπαγορεύονται από την ελευθερία, την ανεκτίμητη και διαρκώς ζητούμενη. Ας είναι αυτό το αγωνιστικό ήθος η μαγιά και το εφαλτήριο για το σήμερα και το αύριο, όπως έξοχα θυμίζει ο ποιητής:

«Αν είναι ο θάνατος πάντοτε -δεύτερος είναι.

Η Ελευθερία πάντοτε είναι πρώτη»

 




Leave a Reply

Your email address will not be published.