Κόκκινο

Της Μαριλένας Μπουμπάρη

Κάθισε στην αφράτη πολυθρόνα μπροστά από το μεγαλοπρεπές γραφείο. Αν και αρκετά βολική, εκείνη τη δεδομένη στιγμή, η Ιλεάνα δεν μπορούσε παρά να νιώθει το αντίθετο ακριβώς. Άβολα.
Επάνω στο γραφείο μια πένα στηριγμένη σε μια μεταλλική θήκη, ένα πελώριο ημερολόγιο με αναγεγραμμένες διάφορες ημερομηνίες, ένα πολύχρωμο βαζάκι με δεκάδες χρωματιστούς μαρκαδόρους. Κι ένα μπλοκ.
Από την άλλη πλευρά του γραφείου παρατηρούσε τον κύριο Δημοσθένη ή τον κύριο Δήμο-όπως ο ίδιος την είχε προτρέψει να τον αποκαλεί. Περιεργαζόταν με πάθος τη ζωγραφιά της. Ήταν και πάλι η ίδια με όλες τις προηγούμενες.
“Τι νιώθεις τώρα Ηλιάνα; Μπορείς κάτι να θυμηθείς μήπως;” είπε με τόνο σταθερό, μα συνάμα γλυκό, ο άντρας την πρώτη μέρα που βρέθηκε απέναντι στο κοριτσάκι με τα χαρακτηριστικά μαύρα μάτια.
Σιωπή.
Ήταν πια η όγδοη συνάντηση στο μικρό δωμάτιου του παιδοψυχολόγου και μόνο τότε η επτάχρονη μικρή ψέλλισε δυο τρεις κουβέντες:
“Ιλεάνα κύριε Δήμο. Αυτό είναι το όνομα μου. Μου το έδωσε η μαμά μου. Βγαίνει από τον παππού και τη γιαγιά. Ηλίας και Άννα. Οι φίλοι μου το άλλαξαν στο σχολείο.”
Πριν ένα περίπου χρόνο, οι αρχές είχαν εντοπίσει τη μικρή, κουλουριασμένη πίσω απ’ το μεγάλο κεντρικό πάρκο της όχι και ιδιαίτερα μεγάλης πόλης. Η υπόθεση είχε παραπεμφθεί στον αρμόδιο φορέα του κράτους, μα λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος, παρέμεινε ως είχε.
“Δεν είναι η πρώτη φορά που εντοπίζουμε εγκαταλελειμμένα παιδιά κύριε δικαστά. Καλό θα ήταν να μεταφέρουμε άμεσα το κορίτσι στο πλησιέστερο ορφανοτροφείο” είχε προταθεί τότε από το αστυνομικό τμήμα.
Η τοπική κοινωνία όμως οργίστηκε με αυτήν την αδιαφορία και δεν επέτρεψε τη μεταφορά της μικρής. Ένα ζευγάρι αποφάσισε να αναλάβει τη φροντίδα της μέχρι να διαλευκανθεί η υπόθεση. Για να μη διαταραχτεί επιπλέον η ψυχολογία της μάλιστα είχε αποφασιστεί πως δεν θα πήγαινε σχολείο για ένα διάστημα.
Το πρόβλημα όμως με το κορίτσι ήταν πως για καιρό  δεν άρθρωνε λέξη. Επομένως δεν είχαν καμία ένδειξη για το τι μπορεί να συνέβη. Παρ’ όλα αυτά καμία από τις εξετάσεις δεν έδειξε πως η μικρή ήταν κωφάλαλη ή δε γνώριζε να μιλάει. Μικρή μόνο πρόοδος είχε σημειωθεί κατά τις τελευταίες συνεδρίες. Μα και πάλι, δε θα μιλούσε ποτέ οικειοθελώς.
Μονάχα ζωγράφιζε. Ζωγράφιζε ασταμάτητα.
Οι επόμενες συναντήσεις, εξελίχθηκαν πάνω στο ίδιο μοτίβο.
“Γιατί κόκκινο Ιλεάνα; Έχεις τόσα χρώματα μπροστά σου. Για κοίτα καλύτερα όλους τους μαρκαδόρους. Τι θα έλεγες για λίγο γαλάζιο; Όπως του ουρανού το χρώμα” επέμενε ο έντιμος άνδρας, προσπαθώντας να ανακαλύψει ένα μόνο μικρό στοιχείο που ίσως να διέφερε αυτή τη φορά.
Τίποτα.
Κι όταν ακόμη είχε πειστεί πως είχε εντοπίσει το συμβάν, κάνοντας υποθέσεις για μια πιθανή πυρκαγιά ή έναν εμπρησμό στο σπιτικό, εκείνη τον διέψευσε και πάλι.

“Όχι, όχι κύριε Δήμο. Όχι φωτιά. Η μαμά δεν αφήνει να παίζω με τους αναπτήρες. Τους έχει όλους στο βαζάκι για να καπνίζει ο μπαμπάς τα βράδια που γυρίζει από το καφενείο”.
Δυο χρόνια μετά, οι συναντήσεις παιδιού και ψυχολόγου παρέμειναν σταθερές, μα περισσότερο σποραδικές. Ο Δημοσθένης είχε πια την πεποίθηση πως δεν θα κατάφερνε ποτέ να ξεκλειδώσει την ψυχή του κοριτσιού. Αρκέστηκε να μείνει ένας καλός φίλος, οπότε πραγματοποιούσαν πλέον μικρούς περιπάτους στο πάρκο ή στο ζαχαροπλαστείο για τάρτα φράουλα.
Η διάθεση της Ιλεάνας είχε πια επανέλθει. Εκείνη την Κυριακή το απόγευμα περίμενε τον μοναδικό της φίλο έξω στο πλατύσκαλο του σπιτιού που τη φιλοξενούσε. Τον είδε να στρίβει από τη γωνία με δυο τεράστιες μπάλες παγωτού. Τόσο πολύ ενθουσιάστηκε που κίνησε με φόρα από τα σκαλιά και με ένα μεγάλο σάλτο βάλθηκε να τρέχει.
Τόσο πολύ όμως βιάστηκε που τα πόδια της σαν μαριονέτες μπερδεύτηκαν κι έπεσε με μιας στο έδαφος πλημμυρίζοντας τα γόνατά της με αίματα.
Σαν είδε ο Δημοσθένης  το παιδί από μακριά, με μια αστραπιαία κίνηση πέταξε τα χωνάκια, αφήνοντας τις μπάλες να αγκαλιάσουν το πεζοδρόμιο και χύμηξε ταραγμένος προς το μέρος όπου είχε σωριαστεί η μικρή.
Η Ιλεάνα κοίταξε το ορμητικό ύφος του άντρα κι έπειτα σκέπασε με την μικρή παλάμη το ματωμένο πόδι της.
“Συγνώμη! Μη με χτυπήσεις κύριε Δήμο. Κατά λάθος έγινε. Φοβάμαι. Αίματα.”
Τύλιξε το πρόσωπό της με τα κόκκινα χέρια δίνοντας και σε εκείνο τον ανάλογο χρωματισμό και κουλουριάστηκε στο έδαφος σαν βρέφος, αν και άγγιζε πια τα δέκα της χρόνια.
“Μη με χτυπήσεις κύριε Δήμο”, χόρευε η φράση του παιδιού στο μυαλό του για μέρες. “Πώς υπήρξα τόσο ανόητος; Πώς δεν κατάλαβα νωρίτερα!”αναθεμάτισε ο άντρας τον εαυτό του.
Η υπόθεση δεν διαλευκάνθηκε ποτέ για τους αρμόδιους. Ο Δημοσθένης προτίμησε να μη μιλήσει στις αρχές καθώς ήξερε καλά πως θα έπαιρναν αμέσως το κορίτσι στην πρωτεύουσα για την εισαγωγή του σε ίδρυμα κακοποιημένων παιδιών. Δεν αναζήτησε ποτέ τους πραγματικούς γονείς. Δεν τους άξιζε. Δεν τους άξιζε να βρεθούν κι ας μην ήξερε καν εάν ακόμη ζούσαν.
Φρόντισε μόνο να παραμείνει το παιδί στην οικογένεια όπου ζούσε ευτυχισμένο, απ΄ τη στιγμή μάλιστα που το ζευγάρι ζήτησε την υιοθεσία της.
Φρόντισε μόνο να την πηγαίνει τακτικούς περιπάτους στο δάσος. Να ανακαλύψει νέα χρώματα, νέες μυρωδιές.
Φρόντισε μόνο να μην ξαναζωγραφίσει η Ιλεάνα τα κόκκινα, ματωμένα, κακοποιημένα τοπία…

Leave a Reply

Your email address will not be published.