Η σκοτεινή, μεταμεσονύχτια ΑΔΥΝΑΜΙΑ του Άργους Ορεστικού

Η σκοτεινή, μεταμεσονύχτια ΑΔΥΝΑΜΙΑ του Άργους Ορεστικού

 

Στα μπαρ όλοι κάτι περιμένουν. Πίνοντας. Γι αυτό έχουν φτιαχτεί τα μπαρ. Γιατί δημιουργούν την αίσθηση (ή την ψευδαίσθηση) στον επισκέπτη τους πως θα βρουν αυτό που ψάχνουν: Πάθος, λύτρωση, ζεστασιά, απομόνωση, εκτόνωση, χαλάρωση…  Άλλοι βρίσκουν νωρίτερα αυτό που αναζητούν και φεύγουν, άλλοι (λιγότερο τυχεροί) μεθούν αναμένοντάς το, μέχρι να μπει το τελευταίο τραγούδι και να δυναμώσουν τα φώτα.

Το μυστικό σε ένα πετυχημένο μπαρ είναι να κάνει αυτή τη διαδικασία λιγότερο βασανιστική ή τουλάχιστον να μπορεί να ξοδεύει τη νύχτα πιο δελεαστικά από τον ύπνο. Στον ομιχλώδη αέρα τους. Και αυτό θέλει τέχνη να το πετύχεις…

Κείμενο, φωτογραφίες: Μάρκος Πετρόπουλος

DSC_7698

Κανά δυο χιλιόμετρα έξω από την πόλη, ανάμεσα στα χωράφια, ή το ξέρεις ή χάνεσαι. Το ξέρουν όμως. Όλοι. Δεν είναι και λίγα 17 χρόνια. Εκατοντάδες κοπέλες έχουν περάσει από κει, χιλιάδες οι θαμώνες. Από τις καλές εποχές που μοίραζαν χαμόγελα έμπλεα υποσχέσεων πάνω από 25 κορίτσια, μέχρι σήμερα που δύσκολα ξεπερνούν τα πέντε ζευγάρια οι ψηλοτάκουνες γόβες. Και έχουν περάσει από ‘κει Σειρήνες απ’ όλες τις φυλές: Ρουμανία, Σκόπια, Βουλγαρία, Ρωσία, Κούβα, Τζαμάικα και Ελλάδα φυσικά.

Και μια έμεινε. Λίγο ο έρωτας, λίγο που της άρεσε εδώ, στέριωσε η Αντριάνα κι έγινε Αργείτισα, και το πήρε από τον πρώην άντρα της και έχει τα κότσια να το δουλεύει μοναχή της 10 ολόκληρα χρόνια.

«Παιδί ήρθα. Την έκανα από το σπίτι και ήρθα με τα πόδια. Από τη Ρουμανία με τα πόδια. Πέρασα τα Σκόπια και μετά από τα βουνά. Το φαντάζεσαι; Είκοσι χρονών ήμουνα. Ήταν ένας στη Θήβα, καλός άνθρωπος, μας πρόσεχε, μας φερόταν καλά. Έκατσα αρκετά εκεί. Μετά όλη την Ελλάδα γύρισα».

Τα νυχτοκάματα στη Θήβα και την Άρτα θυμάται ακόμη. Καλός κόσμος, δουλειά, πέρασε καλά. Τώρα ίσα ίσα να ζούμε μου λέει η ιδιοκτήτρια της ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ, ενός από τα ιστορικότερα στριπτιτζάδικα της Δυτικής Μακεδονίας.

DSC_7679

Από τα δύο κατοστάρια pioneer παίζει σε cd λαϊκά. Παλιά και ξένα, ζωντανές ηχογραφήσεις, καψουροτράγουδα και ζεϊμπέκικα. «Έχω και laptop» αλλά έχει χαλάσει το internet» μου λέει η Αντριάνα που ήρθε στο Άργος, δούλεψε, παντρεύτηκε, χώρισε, και τώρα το κρατάει με νύχια και με δόντια αναπολώντας τα χρόνια της αίγλης. Τότε που κάθε μέρα δεν έπεφτε καρφίτσα ούτε στα δυο μπαρ, ούτε στα σκοτεινά καναπεδάκια για τα πριβέ.

«Τώρα ο κόσμος έρχεται να χαλαρώσει, να ξεχαστεί. Μιλάνε, κλαίνε, καψουρεύονται τα κορίτσια, τσακώνονται, κάνουν ζημιές, όλα. Και τραγούδια ζητάνε. Συνέχεια. Παραγγελιές. Να ακούσουν την καψούρα τους. Να ξεχαστούν από τα προβλήματά τους. Αυτό τους νοιάζει»…

DSC_7677

«Στους καυγάδες καθαρίζω μόνη μου» μου λέει. «Έχω τον τρόπο μου». Σκέφτεται και να γυρίσει πίσω στη Ρουμανία. Ή να ανοίξει ένα καφενείο Pub πάλι εδώ στο Άργος. Δεν μοιάζει σίγουρη για τίποτα: «Είναι και η κρίση. Φεύγουνε και τα κορίτσια. Δεν θέλουν πια να δουλέψουν στην Ελλάδα. Δεν έχει λεφτά. Παλιά καθόντουσαν πέντε, έξι χρόνια. Έχω παντρέψει και δυο κοπέλες. Κουμπαριές. Σε φίλες κολλητές».

DSC_7650

Η Αντριάνα ξέρει πως είναι δύσκολο αυτό που έλαχε/διάλεξε/αποφάσισε/επέλεξε/θέλει/αναγκάστηκε να κάνει. Το παλεύει όμως. Αντρίκια και τίμια. Κρατάει το μπαρ, μεγαλώνει το παιδί της, ονειρεύεται και σχεδιάζει το επόμενο βήμα σε καιρούς χαλεπούς και μυστήριους. Πιο μυστήριους από την ΑΔΥΝΑΜΙΑ. Πιο σκοτεινούς και πιο άτιμους. Κι εμείς περάσαμε αληθινά καλά. Κι ας θέλει η Αντριάνα να αλλάξει την παλιά μοκέτα…

DSC_7674

DSC_7662

DSC_7663

DSC_7664

DSC_7669

DSC_7671

DSC_7680

DSC_7690

DSC_7692

DSC_7697

Ὁ λοστρόμος κρατᾶ μία καραβέλα,
μισῆ μποτίλια τζὶν καὶ δυὸ μιγάδες,
τὴ νύχτα μετοικοῦν οἱ Συμπληγάδες
στὰ μπὰρ τοῦ λιμανιοῦ καὶ στὰ μπορντέλα.

Πηχτὸ πούσι σκεπάζει τὰ καρνάγια.
West End – Thame’s Street καὶ διπλὸς ἔρως.
Ἂς φυσᾶνε στὸ Πλάτα τὰ Παμπέρος,
ἂς ρολάρει τὸ κύμα στὴ Μπισκάγια.

Χαμηλὸς οὐρανὸς γιομάτος ἄστρα,
μὰ δὲ μοιάζει μ᾿ αὐτὸν ποὺ σὲ γνωρίζει.
Ἡ μπαρκέτα γυρίζει; Δὲ γυρίζει.
Τὸ κορίτσι νυστάζει στὴν Καράστρα.

Βαρέθηκαν οἱ ναῦτες τὸ τιμόνι,
τό ῾να μάτι σου γέρνει καὶ κοιμᾶται,
ἀγρυπνᾶ τὸ δεξὶ καὶ θυμᾶται
τὸ φανὸ ποὺ χτυπᾶ μὰ δὲ ζυγώνει.

Ὁ λοστρόμος ξυπνάει καὶ καταριέται
μία μιγάδα ποὺ κλαίει καὶ μία μποτίλια.
Ἀνοιχτὰ κάπου ἐννιὰ χιλιάδες μίλια
τὸ σκυλόψαρο προσμένει καὶ βαριέται.

                                                  Στεριανὴ ζάλη, Νίκος Καββαδίας
                                                                 Συλλογή «Πούσι» (1947)